17 Δεκ 2010

Η Πολιτιστική Πολιτική στην Ελλάδα σε Συνθήκες Οικονομικής Κρίσης: Θέατρο του Παραλόγου, Θέατρο Συγκρούσεων ή Θέατρο Σύνθεσης;

H UNESCO ορίζει την πολιτιστική πολιτική ως ένα σύνολο κοινωνικών πρακτικών, συνειδητών και διακριβωμένων, παρεμβάσεων ή μη παρεμβάσεων, με στόχο την ικανοποίηση κάποιων πολιτιστικών αναγκών με την υπέρτατη δυνατή χρήση όλων των υλικών και ανθρώπινων πόρων, που μια δεδομένη κοινωνία διαθέτει σε μιαν ορισμένη χρονική στιγμή. Η πολιτική αυτή πρέπει να καθορίζει κάποια κριτήρια της πολιτιστικής ανάπτυξης και να συνδέει τον πολιτισμό με τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη (UNESCO, 1969:8). Σύμφωνα δε με έναν περιεκτικότερο ορισμό, πρόκειται για ένα σύστημα σκοπών, μέσων και φορέων που συνδυάζονται σε ένα πρόγραμμα για να επιτύχουν τη γνώση, την ενίσχυση και τη διάδοση του πολιτιστικού φαινομένου μιας κοινότητας για μια δεδομένη χρονική περίοδο (Σκιά –Πανοπούλου, 1996:6).

Η πολιτιστική πολιτική αφορά όλο και περισσότερο στην επίτευξη αποτελεσμάτων που σχετίζονται με την αντίληψη του πολιτισμού ως διαδικασίας, η οποία δεν είναι δυναμική, ευέλικτη και κατά περίπτωση, αλλά γραμμική και συνδεόμενη με ένα σύνολο σαφώς διατυπωμένων πολιτικών και κυβερνητικών στόχων (Stevenson, 2004:125). Η σαφήνεια, η επιτευξιμότητα, η δυνατότητα μέτρησης των αποτελεσμάτων, ο χρονικός προδιορισμός και η ρεαλιστική διατύπωση των στόχων θεωρούνται εκ των ων ουκ άνευ. Ορισμένοι υποστηρίζουν μάλιστα ότι μια πολιτιστική πολιτική προκειμένου να στεφθεί με επιτυχία, θα πρέπει να διαμορφώνει σαφή αντίληψη περί πολιτισμού. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο μιας πολιτιστικής πολιτικής, ο πολιτισμός πρέπει σίγουρα να σημαίνει κάτι, αλλά δεν πρέπει να σημαίνει τα πάντα (Miles & Paddison, 2005:837).

Η Ελληνική Πολιτιστική Πολιτική

α. Ιστορική αναδρομή

Στην ιστορία της χώρα μας, το ζήτημα της πολιτιστικής πολιτικής έρχεται στο προσκήνιο το Σεπτέμβριο του 1971, οπότε και ιδρύεται το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών, το οποίο θέτει υπό την εποπτεία του ένα σύνολο δραστηριοτήτων που μέχρι τότε ανέπτυσσαν άλλοι φορείς. Την περίοδο αυτή μάλιστα παρατηρείται διεθνώς μια τάση ίδρυσης διακριτών φορέων για τη διαχείριση των πολιτιστικών υποθέσεων, καθώς αναθεωρείται η σημασία και ο ρόλος του πολιτισμού στα πλαίσια της αναπτυξιακής διαδικασίας (Κόνσολα, 2000:75).

Η ίδρυση του υπουργείου, σε μια περίοδο που η δημοκρατία έχει καταλυθεί από τους στρατιωτικούς, εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα του φορέα αυτού να προάγει ουσιαστικά τον πολιτισμό, καθώς το δεδομένο πολιτικό πλαίσιο προσπαθούσε να φιμώσει τους δημιουργούς, με λογοκρισία του έργου τους, απαγορεύσεις στην κυκλοφορία βιβλίων και δίσκων και το ανέβασμα θεατρικών παραστάσεων, με συλλήψεις αλλά και εξορίσεις των αντιφρονούντων. Θεωρείται μάλιστα ότι η οργάνωσή του δεν βασίστηκε σε γερά θεμέλια καθώς δεν δημιουργήθηκε εξ αρχής ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που να παρουσιάζει συστηματικά τους σκοπούς και την οργανική και λειτουργική δομή του (Κόνσολα, 2000:76).

Η μεταπολίτευση, πέραν των άλλων κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων που σηματοδοτεί, κατ’ ουσία δίνει και το εναρκτήριο λάκτισμα για την πολιτιστική πολιτική της χώρας. Στο πεδίο του πολιτισμού πραγματοποιούνται οι μεγαλύτερες ζυμώσεις που αντικατοπτρίζουν και τη γενικότερη προσπάθεια της χώρας για κοινωνικοπολιτική ανασυγκρότηση. Ο γιγαντωμένος τριτογενής τομέας και η παραδοσιακά γραφειοκρατική οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών, συνθέτουν και το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται η τότε πολιτιστική πολιτική. Δηλωτικοί της κατάστασης αυτής είναι οι προϋπολογισμοί του Υπουργείου Πολιτισμού, κατά την περίοδο 1974 – 1989, σύμφωνα με τους οποίους μόνο το 30% διατίθεται σε επενδύσεις για τον πολιτισμό, ενώ το υπόλοιπο αφορά σε ανελαστικές δαπάνες (μισθοί, ενοικιάσεις) (Καραγιάννη, 1998:7).

Οι κυριότερες προκλήσεις στο πεδίο της πολιτιστικής πολιτικής εκείνης της περιόδου αφορούν στην διαφύλαξη και ανάδειξη των αρχαιολογικών μνημείων της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων που απειλούνταν από την ταχεία αστικοποίηση, την ανάγκη για υποστήριξη του αναπτυσσόμενου πολιτιστικού τομέα, για ενίσχυση της συμμετοχής στα πολιτιστικά δρώμενα, όχι μόνο της πρωτεύουσας αλλά και των άλλων πόλεων, και τη διεθνοποίηση των πολιτικών που επιβάλλονταν από τη συμμετοχή της χώρας στο Συμβούλιο της Ευρώπης και την εισόδό της στην Ε.Ο.Κ. το 1981 (Dallas, 2007:4).

Μετά την μεταπολίτευση παρατηρείται, επίσης, μια τάση μεγαλύτερης προσφοράς πολιτιστικών υπηρεσιών από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία παρά τα φαινόμενα κακού σχεδιασμού και προχειρότητας στο συντονισμό, διευρύνθηκε συστηματικά (Κόνσολα, 1982:46).

Στη δεκαετία του ’80 κυριαρχούν τα αιτήματα της ενεργούς συμμετοχής των πολιτών στον πολιτιστικό προγραμματισμό και την πολιτιστική εξέλιξη, της αξιοποίησης των λαϊκών παραδόσεων και της σύσφιξης των σχέσεων με τους λαούς της Μεσογείου και της Ευρώπης. Πέραν της βαρύτητας που δίνεται στην εξωτερική πολιτιστική πολιτική (διεκδίκηση μνημείων του Παρθενώνα, διεθνείς εκθέσεις, κ.λ.π.), προωθείται η πολιτιστική αποκέντρωση με την εισαγωγή νέων θεσμών (ΔΗΠΕΘΕ, Αιγαίο – Αρχιπέλαγος), η διάσωση και ανάδειξη των αρχαιολογικών μας μνημείων (αναστήλωση Ακρόπολης, ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων) και η θεμελίωση του διαπολιτισμικού διαλόγου μεταξύ των λαών της Ευρώπης, μέσω του θεσμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Μετά το 1985, διαπιστώνεται στην χώρα μία παρατεταμένη οικονομική κρίση και ακολουθείται διετές πρόγραμμα λιτότητας. Υπό το βάρος των εξελίξεων αυτών, περιορίζονται αισθητά οι παροχές προς τους δήμους και τις κοινότητες που προορίζονται για πολιτιστικά προγράμματα (Καραγιάννη, 1998:7).

Τη δεκαετία του ’90 συστήνεται το Εθνικό Πολιτιστικό Δίκτυο Πόλεων, το οποίο συνένωνε τα περιφερειακά κέντρα για τις παραστατικές και εικαστικές τέχνες (Dallas, 2007:4). Το πρόγραμμα αυτό δίνει τη σκυτάλη το 1997 στην Επικράτεια Πολιτισμού, που βασιζόταν στη συνεργασία υπουργείου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, με δέκα γεωγραφικά, κατανεμημένα θεματικά δίκτυα και ένα μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων που υπάγονταν σε πολυετή προγράμματα του Υπουργείου Πολιτισμού. Την περίοδο αυτή, καταβάλλεται προσπάθεια για αποκέντρωση με την ανάθεση μέρους των δραστηριοτήτων του Υπουργείου σε εποπτευόμενους οργανισμούς (Dallas, 2007:4). Παράλληλα, διαφοροποιείται η αντίληψη περί πολιτιστικών δραστηριοτήτων καθώς θεωρούνται πλέον όχι μόνο πνευματική αλλά και οικονομική λειτουργία (ΚΕΠΕ, 1997) και αναγνωρίζεται η συμβολή του πολιτισμού στη βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής και στην αύξηση της απασχόλησης σε τομείς που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με αυτόν (Κόνσολα, 2000:99).

Η Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2001-2004, έφερε στο προσκήνιο τον ελληνικό πολιτισμό σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Το 2003, με το νέο επιχειρησιακό πρόγραμμα για τον πολιτισμό, δόθηκε έμφαση στην αναδιαμόρφωση του ρόλου των κεντρικών αρχών σε σχέση με το τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ενθαρρύνοντας κυρίως τη χορηγία προς τις τέχνες, την επέκταση των μέτρων για την οικονομική εκμετάλλευση των πολιτιστικών αγαθών και την εδραίωση της διεθνούς συνεργασίας για την επιστροφή των αρχαιοτήτων που εξήχθησαν παράνομα από τη χώρα (Dallas, 2007:4). Παρόλα αυτά, από ερευνητικά δεδομένα για το συγκεκριμένο έτος, προκύπτει ότι μόλις το 1% του εθνικού μας ΑΕΠ προέρχεται από πολιτιστικές δραστηριότητες, και ότι στον κλάδο απασχολούνται μόλις 97,4 χιλιάδες εργαζόμενοι .

Η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004 στην Αθήνα είχε ως φυσικό επακόλουθο τη βελτίωση των υφιστάμενων υποδομών (ενοποίηση αρχαιολογικών χώρων, ανακαινίσεις πολιτιστικών χώρων, αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στο κέντρο της πόλης), τον πολλαπλασιασμό και την αναβάθμιση των πολιτιστικών γεγονότων, θέτοντας τη χώρα στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος (Dallas, 2007:4). Το νομικό πλαίσιο για την πολιτιστική χορηγία που εφαρμόσθηκε το 2007, αποσκοπούσε στην άρση των οικονομικών και γραφειοκρατικών αντικινήτρων και στην εξασφάλιση βιώσιμων συνεργασιών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ανάλογη απόπειρα είχε γίνει και το Νοέμβριο του 1986 με την ίδρυση του Ομίλου για την Επικοινωνία Πολιτιστικών και Οικονομίας (ΟΜΕΠΟ), ο οποίος 12 χρόνια μετά και έχοντας συμβάλλει σημαντικά στην προαγωγή της χορηγίας, διέκοψε τη λειτουργία του, μη δυνάμενος να προσαρμοσθεί στο νέο θεσμικό πλαίσιο.


β. Η Ευρωπαϊκή Διάσταση

Με την επίσημη ένταξη της χώρα μας στην Ε.Ο.Κ., την 1η Ιανουαρίου του 1981, οι εθνικές πολιτικές διαμορφώνονται υπό το βάρος νέων συσχετισμών δυνάμεων για να εξυπηρετήσουν ευρύτερους κατά πολύ σκοπούς. Η πρώιμη περίοδος της συμμετοχής της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (1981-1985) χαρακτηρίζεται από έντονη αμφισβήτηση ορισμένων σοβαρών πτυχών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία και αντανακλάται σε κάποιο βαθμό στις διαδικασίες προσαρμογής της εθνικής πολιτικής για τον πολιτισμό στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στην περίοδο που ακολουθεί (1985-1995), η πολιτική που προβάλλει η Ελλάδα στην Ε.Ε. χαρακτηρίζεται βαθμιαία από εντονότερες φιλο-ενοποιητικές θέσεις. Το κλίμα αυτό επηρεάζει σαφώς και την πολιτιστική πολιτική της χώρας. Η τρίτη περίοδος που εγκαινιάζεται το 1996, φέρνει στο προσκήνιο το αίτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την εμβάθυνση της ενοποίησης σε όλους τους τομείς, με άξονα μάλιστα το ομοσπονδιακό μοντέλο.

Το άρθρο 151 περί πολιτισμού της Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αναγνωρίζει το καθήκον της Κοινότητας να συμβάλλει στην ανάπτυξη των πολιτισμών των κρατών - μελών και να σέβεται την εθνική και περιφερειακή πολυμορφία τους, ενώ ταυτόχρονα να προβάλλει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά και να ενθαρρύνει τη μεταξύ τους συνεργασία. Προβλέπεται, επίσης, στο ίδιο άρθρο η υποχρέωση της ένωσης για βελτίωση της γνώσης και της διάδοσης του πολιτισμού και την ιστορίας των ευρωπαϊκών λαών, η διατήρηση και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ευρωπαϊκής σημασίας, οι μη εμπορικές πολιτιστικές ανταλλαγές και η καλλιτεχνική και λογοτεχνική δημιουργία, συμπεριλαμβανομένου του οπτικοακουστικού τομέα. Πέραν της συνεργασίας μεταξύ κρατών – μελών ευνοείται η συνεργασία με τρίτες χώρες και τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς στον πολιτιστικό τομέα, και ειδικότερα με το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992, εκφράζεται επίσημα η βούληση για μια Ευρώπη των λαών. Ο πολιτισμός αναδεικνύεται σε διακριτό τομέα της ευρωπαϊκής δράσης και θεσπίζεται η υποχρέωση της Ένωσης να συνεκτιμά τις πολιτιστικές πτυχές σε όλες τις πολιτικές της. Παράλληλα, τίθενται οι βάσεις για την προώθηση στρατηγικών, προγραμμάτων και δράσεων που άπτονται αποκλειστικά του πολιτισμού. Καρπό της προσπάθειας αυτής αποτελεί το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000», ένα ενιαίο μέσο προγραμματισμού και χρηματοδότησης για τις κοινοτικές ενέργειες στον τομέα του πολιτισμού, για τη χρονική περίοδο 2000 - 2006. Σκοπό του είχε να συνεισφέρει στην αξιοποίηση ενός πολιτιστικού χώρου κοινού για όλους τους Ευρωπαίους, μέσω της προώθησης της συνεργασίας μεταξύ δημιουργών, πολιτιστικών παραγόντων και φορέων των κρατών - μελών. Το πρόγραμμα αυτό επιβεβαίωσε το ρόλο του πολιτισμού ως οικονομικού παράγοντα και παράγοντα κοινωνικής ένταξης και βίωσης της ιδιότητας του πολίτη.

Το 2007 προκύπτει μια νέα ευρωπαϊκή ατζέντα για τον πολιτισμό, οι στόχοι της οποίας διαρθρώνονται με άξονα τις εξής τρεις προτεραιότητες:

• Πολιτισμική πολυμορφία και διαπολιτισμικός διάλογος, που δίνει έμφαση στην κινητικότητα των καλλιτεχνών και των εργαζομένων του πολιτιστικού τομέα, καθώς και τη διακίνηση κάθε μορφής καλλιτεχνικής παραγωγής, αλλά και την ενίσχυση των διαπολιτισμικών ικανοτήτων και του διαπολιτισμικού διαλόγου

• Ενδυνάμωση της δημιουργικότητας στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση, προωθώντας τη δημιουργικότητα στην εκπαίδευση, ενισχύοντας τις οργανωτικές ικανότητες του πολιτιστικού τομέα και αναπτύσσοντας συμπράξεις μεταξύ του τομέα του πολιτισμού και άλλων τομέων (τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας, έρευνα, τουρισμός, συμπράξεις μεταξύ κοινωνικών εταίρων κ.λ.π.)

• Ανάδειξη του πολιτισμού ως νευραλγικού στοιχείου των διεθνών σχέσεων, με σκοπό την προαγωγή του πολιτικού διαλόγου στον τομέα του πολιτισμού και την προώθηση των πολιτιστικών ανταλλαγών, τη βελτίωση της πρόσβασης στις παγκόσμιες αγορές πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών και τη συνεκτίμηση του τοπικού πολιτισμού σε όλα τα έργα της Ε.Ε.

γ. Το Σύγχρονο Πλαίσιο

Το μοντέλο της εθνικής πολιτιστικής πολιτικής που εφαρμόζεται σήμερα – τουλάχιστον προ οικονομικής κρίσης και μνημονίου - χαρακτηρίζεται ως μικτό καθώς αποτελείται τόσο από κεντρικά όργανα (Υπουργείο Πολιτισμού) που παρεμβαίνουν θέτοντας προτεραιότητες κυρίως στο πεδίο της πολιτιστικής κληρονομιάς, όσο και από περιφερειακούς και τοπικούς οργανισμούς, που επιφορτίζονται με την ανάπτυξη και υλοποίηση επιμέρους προγραμμάτων. Οι κύριοι επιδιωκόμενοι σκοποί στον τομέα του πολιτισμού περιλαμβάνουν:

• την ίση πρόσβαση και συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή

• την προώθηση της ταυτότητας του ελληνικού πολιτισμού

• την προώθηση της ποικιλομορφίας και της διαφορετικότητας και

• την υποστήριξη της δημιουργικότητας.

Προτεραιότητες για τη χώρα μας θεωρούνται:

• η προστασία και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς

• η ενθάρρυνση του διαπολιτισμικού διαλόγου και της διακρατικής συνεργασίας στον τομέα του πολιτισμού

• ο εξορθολογισμός της χρηματοδότησης και η καταγραφή της πολιτιστικής δραστηριότητας

• ο εκσυγχρονισμός και ο πολλαπλασιασμός των υποδομών για τη σύγχρονη τέχνη

• η προώθηση της ίσης πρόσβασης και συμμετοχής στην πολιτιστική ζωή και η υποστήριξη της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Στη συνείδηση των Ελλήνων, βέβαια, ο όρος πολιτισμός δεν φαίνεται να έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Αντίθετα, και όπως προκύπτει από πρόσφατη έρευνα για την πολιτιστική συμπεριφορά τους, ο πολιτισμός ως έννοια περιλαμβάνει τα πάντα .

Οι σύγχρονες προκλήσεις στο πεδίο της πολιτιστικής πολιτικής

Ο πολιτισμός παραδοσιακά αντιμετωπιζόταν ως μέρος των δημόσιων επενδύσεων, όχι ως τμήμα της αναπτυσσόμενης οικονομίας. Μετά τη δεκαετία του ’90, ο προσανατολισμός διαφοροποιείται αισθητά καθώς αποδεικνύεται και ερευνητικά ότι οι επενδύσεις στον πολιτισμό αναζωογονούν το χαρακτήρα αλλά και την οικονομία ενός τόπου (Ward, 2002:7). Οι στρατηγικές τοπικής οικονομικής ανάπτυξης αναγνωρίζουν με άλλα λόγια τις πολιτιστικές βιομηχανίες ως νευραλγικό τομέα για την ανάπτυξη των αστικών και περιφερειακών οικονομιών (Miles & Paddison, 2005:836).

Προκύπτει επίσης ότι ένα δυναμικό και διευρυμένο μοντέλο πολιτιστικής πολιτικής μπορεί να ανταποκριθεί τόσο σε ανθρωπιστικούς στόχους όπως είναι η συγκρότηση της ταυτότητας μιας κοινότητας, η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής, ο εορτασμός και η κοινωνική συνοχή όσο και σε τεχνοκρατικούς (οικονομική ανάπτυξη, κέρδος, βιομηχανικές στρατηγικές, ανάπτυξη των υποδομών, προγράμματα εκπαίδευσης, τουριστική βιομηχανία, αστικός σχεδιασμός κ.α.)(Mercer, 1991a:3)

Σε περιόδους σαν κι αυτή που διανύουμε, η οικονομική ανάκαμψη και η κοινωνική συνοχή συνιστούν ένα δυναμικό δίπολο, το οποίο κάθε πολιτική πρόταση ή πρόγραμμα ανάπτυξης οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψιν. Για την προώθηση μάλιστα της βιώσιμης ανάπτυξης, που είναι και ο στόχος για κάθε κοινωνία που δεν διαχειρίζεται απλά το σήμερα, αλλά οραματίζεται και μεθοδεύει το αύριο, αναδεικνύεται και η σημασία δύο ακόμη πυλώνων: της περιβαλλοντικής ευαισθησίας και του πολιτιστικού σχεδιασμού (Hawkes,2001).

Στην κατεύθυνση αυτή, η πολιτιστική πολιτική αδιαμφισβήτητα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αιχμή του δόρατος της ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο περιφερειών και δήμων. Αν αναλογιστούμε δε ότι ο πολιτιστικός τομέας στη χώρα προσφέρει συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία εν πολλοίς παραμένουν αναξιοποίητα, λόγω οργανωτικών αγκυλώσεων, αναποτελεσματικών δομών, πεπαλαιωμένων πρακτικών και φοβικών νοοτροπιών, κατανοούμε το μέγεθος του χάσματος που πρέπει να καλυφθεί.

Η οικονομική ανάπτυξη, όπως προκύπτει από την οικονομική θεωρία, καθορίζεται από τη διαθεσιμότητα και το βαθμό αξιοποίησης του φυσικού κεφαλαίου (φυσικοί πόροι), του παραγόμενου κεφαλαίου (εξοπλισμός, μηχανήματα), του ανθρώπινου κεφαλαίου (γνώσεις, ικανότητες και δεξιότητες) και του κοινωνικού κεφαλαίου (πόροι που ενυπάρχουν στις οικογενειακές σχέσεις και την κοινωνική οργάνωση μιας κοινότητας, όπως η κοινωνική εμπιστοσύνη, η πολιτική συμμετοχή και τα κοινωνικά δίκτυα).

Κατά συνέπεια, η πολιτιστική πολιτική για να συνδεθεί με τους στόχους της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης, πρέπει να βασισθεί σε μια ρεαλιστική καταγραφή των διαθέσιμων πόρων αλλά και στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού προγράμματος διαχείρισής τους.

Η ενδυνάμωση του κοινωνικού κεφαλαίου είναι σκόπιμο να λειτουργήσει ως προτεραιότητα, καθώς αποδεικνύεται ότι ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής οπισθοδρόμησης ανά τον κόσμο οφείλεται στην έλλειψη κοινωνικής εμπιστοσύνης ενώ σε ένα τέτοιο καθεστώς οι διαδικασίες καινοτομίας υπονομεύονται (Knack & Keefer, 1997). Είναι απαραίτητη δηλαδή η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μας στους επίσημους θεσμούς και τα όργανα άσκησης πολιτιστικής πολιτικής, αλλά και η ενεργή συμμετοχή σε άτυπα δίκτυα πολιτών που σχηματίζονται με αντικείμενο την ανταλλαγή απόψεων και την ανάληψη πρωτοβουλιών σε σχέση με τον πολιτισμό. Από το πνευματικό κέντρο ενός δήμου ή τη δημοτική επιχείρηση πολιτισμού έως το υπουργείο πολιτισμού και τουρισμού, από τον εθνοτοπικό σύλλογο μιας περιοχής ή την κινηματογραφική της λέσχη έως τις κλαδικές ενώσεις και τα σωματεία, αλλά και τα θεματικά πολιτιστικά δίκτυα, είναι ανάγκη να υπάρξει σύνθεση απόψεων, συναίνεση σε επίπεδο προγραμματισμού και συνεργασία σε επίπεδο υλοποίησης.

Βαρύνουσα σημασία έχει ασφαλώς και η διαχείριση του ανθρώπινου κεφαλαίου. Σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα του 2005, 2,1% του εργατικού δυναμικού της χώρας απασχολείται στον πολιτιστικό τομέα . Ο δημόσιος και ευρύτερος δημόσιος τομέας αποτελούσε τον κύριο εργοδότη, ενώ ο αριθμός των ασχολούμενων με ζητήματα πολιτισμού σε φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν έχει καταγραφεί επίσημα . Επιπρόσθετα, γνωρίζουμε ότι στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος Πολιτισμός 2000-2006, θεσπίστηκε ως στόχος η δημιουργία 3.000 θέσεων εργασίας στον τομέα της πολιτιστικής διαχείρισης , ενώ δεν υπάρχουν επικαιροποιημένα δεδομένα σχετικά με τον αριθμό τον απασχολουμένων στον τομέα του πολιτισμού και της δημιουργικής βιομηχανίας και βέβαια ούτε σε σχέση με τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά, τις σχέσεις εργασίας και το επίπεδο αμοιβών.

Ταυτόχρονα, δεδομένων των διαρθρωτικών αλλαγών που πραγματοποιούνται στο δημόσιο τομέα και την τοπική αυτοδιοίκηση, είναι επόμενη η ύπαρξη σημαντικών συνεπειών στον κλάδο του πολιτισμού, καθώς επίσης και η επίδραση της οικονομικής κρίσης στη ζήτηση για πολιτιστικά προϊόντα και υπηρεσίες που επιδρά επίσης στα επίπεδα της απασχόλησης. Τέλος, το γεγονός ότι το πλέον ελπιδοφόρο κομμάτι του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, οι νέοι με ακαδημαϊκές σπουδές και υψηλό βαθμό εξειδίκευσης, αναζητά την επαγγελματική του ανέλιξη εκτός της χώρας, εγείρει πολλά ερωτήματα σχετικά με την τύχη της ανάπτυξης.

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι είναι άμεσα απαραίτητη η εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου προγράμματος διαχείρισης του ανθρώπινου κεφαλαίου και η παροχή κινήτρων για την διατήρηση εντός της επικράτειας των πλέον φιλόδοξων και ικανών ατόμων, αλλά και η αξιοποίηση των δεξιοτήτων και των γνώσεων όσων οδηγούνται στην ανεργία, καθώς επίσης και η ενδυνάμωση των εργαζομένων με την παροχή κινήτρων και εκπαίδευση για να συμβάλουν ενεργά στην εφαρμογή των προωθούμενων πολιτικών. Σε αυτή την κατεύθυνση, μείζονος σημασίας είναι και η συνεργασία με την ακαδημαϊκή κοινότητα, με την αρωγή της οποίας θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σημαντικά βήματα για τη διάδοση της καινοτομίας.

Αναφορικά δε με το φυσικό και το παραγόμενο κεφάλαιο, απαιτούνται συγκροτημένες ενέργειες διάσωσης της υλικής και άυλης πολιτιστικής μας κληρονομιάς, καθώς και η ενσωμάτωση των σύγχρονων τεχνολογικών επιτευγμάτων στον τομέα της πληροφορικής και της επικοινωνίας στις πρακτικές των πολιτιστικών οργανισμών, που θα τους επιτρέψουν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο ως φορείς παραγωγής περιεχομένου στην εποχή της πληροφορίας.

4 σχόλια:

  1. Πολύ ενδιαφέρον άρθρο,

    Θα συμπληρώσω και εγώ με τη σειρά μου οτι η πολιτιστική πολιτική ενός οργανισμού, υπουργείου, χώρας κλπ θα πρέπει να απαντάει σε 10 βασικά ερωτήματα:
    I. Ποιο είναι το πεδίο εφαρμογής της πολιτιστικής πολιτικής;
    II. Ποιος είναι ο ρόλος και η αξία που δίνεται στον πολιτισμό;
    III. Τι είδος πολιτισμού αποτελεί προτεραιότητα;
    IV. Ποιος αναπτύσσει και ποιος διαχειρίζεται τον πολιτισμό;
    V. Ποιες αλλαγές ή διαδικασίες ακολουθούνται προκειμένου να διασφαλιστεί η ώθηση στον πολιτισμό;
    VI. Ποιος ωφελείται και ποιος πληρώνει το κόστος;
    VII. Ποιος παρέχει τους πόρους;
    VIII. Πώς συμβάλουν οι πόροι;
    IX. Ποιοι είναι οι μηχανισμοί ελέγχου και συμμετοχής;
    X. Ποια είναι η διαφάνεια του συστήματος;
    Αυτά τα δέκα βασικά ερωτήματα μπορούν να μας βοηθήσουν στην κατάρτιση ενός ουσιαστικού σχεδίου πολιτιστικής πολιτικής.
    Βιβλιογραφικά αναφέρω οτι τα δέκα ερωτήματα αναφέρονται στο βιβλίο της καθηγήτρια μου Φάτιμα Άνγιο, Ανάλυση της πολιτιστικής πολιτικής, 2009

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. πολύ ενδιαφέρον άρθρο.
    είναι δημοσιευμένο σε κάποιον άλλο ιστότοπο ή περιοδικό με πλήρη βιβλιογραφία;
    με ενδιαφέρουν κυρίως οι βιβλιογραφικές αναφορές της Κόνσολα 2000 και 1982 και Καραγιάννη 1998.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολυ ενδιαφέρον και όμορφα δομημένο άρθρο.
    Θα μπορούσε να μου απαντήσει κάποιος αν η Ελλάδα έχει ανταπεξέλθει έμπρακτα στους στόχους που έχει θέσει η Ευρωπαική Ατζέντα Πολιτισμού (2007);
    Πιστεύετε οτι έχουν υλοποιηθεί ενέργειες ή προγράμματα σύμφωνα με τις προτεραιότητες της Ευρώπης;

    ΑπάντησηΔιαγραφή