4 Σεπ 2009

Περί Πολιτισμού

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της απελευθέρωσης των αγορών ο σύγχρονος πολιτισμός ανάγεται σε έναν από τους πλέον δυναμικούς τομείς (τομέας «αιχμής») της επιχειρηματικής δραστηριότητας και συντονίζεται με τις πρώτες ταχύτητες της διεθνούς οικονομίας . Μάλιστα η συνολική ανάπτυξή του ανήλθε σε 19,7% την περίοδο 1999-2003, ξεπερνώντας κατά 12,3% την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας (Λούρη - Δενδρινού, 2007: 5).

Ο πολιτισμός και οι πολιτιστικές δραστηριότητες αδιαμφισβήτητα αντιπροσωπεύουν έναν κεφαλαιώδους σημασίας παραγωγικό πόρο από τον οποίο προέρχονται οικονομικές ροές, εισόδημα και εργασία (Herrero et al., 2006: 41). Ενδεικτικά, το 2004, 5,8 εκ. εργαζόμενοι απασχολήθηκαν στον τομέα του πολιτισμού, οι οποίοι αντιστοιχούν σε 3,1% του εργατικού δυναμικού της Ε.Ε., ενώ η συνολική απασχόληση στον κλάδο την περίοδο 2002 - 2004 αυξήθηκε 1,85%, όταν στην Ε.Ε. των 25 η απασχόληση αυξήθηκε κατά μόλις 0,5% (Λούρη- Δενδρινού, 2007: 5). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2006 , οι συνολικές πωλήσεις στον τομέα του πολιτισμού το 2003 ανέρχονταν σε 654 δις € για την Ευρώπη και η ποσοστιαία συμβολή του τομέα του πολιτισμού στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ ανήλθε σε 2,6%.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας σημειώνεται αλματώδης άνοδος της πολιτιστικής βιομηχανίας καθώς επίσης της δημόσιας επενδυτικής δραστηριότητας για τη δημιουργία πολιτιστικών υποδομών . Αναφορικά μάλιστα με τον συσχετισμό των ανωτέρω δυνάμεων - κρατικής μέριμνας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας - παρατηρείται διεθνώς μια τάση για εκχώρηση των μέχρι πρότινος κρατικών αρμοδιοτήτων που άπτονται του πολιτισμού στον ιδιωτικό τομέα .

Πέραν της οικονομικής σημασίας του, ο πολιτισμός αποτελεί αδιαμφισβήτητα ιδεολογική και πολιτική επιλογή. Για το λόγο αυτό αποτελεί και διακριτό τομέα του προγραμματισμού πολιτικών κομμάτων, αυτόνομο τμήμα των πολιτικών τους διακηρύξεων, αλλά και αντικείμενο αντιπαραθέσεων που θεμελιώνονται στα διαφορετικά πολιτικά «πιστεύω».

Ο πολιτισμός θεωρείται, επίσης, πρόσφορο πεδίο άσκησης κρατικής πολιτικής, όχι μόνο λόγω του δημόσιου χαρακτήρα μεγάλου μέρους των προϊόντων του, αλλά και χάρη στην ικανότητά του να λειτουργεί ως μοχλός της τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης (Hall, 2000:640). Έτσι, στην εποχή μας, όπου οι σύγχρονες πόλεις και περιοχές ανταγωνίζονται για την προσέλκυση επενδύσεων και ανθρώπινου κεφαλαίου, η επένδυση στον πολιτισμό και η ανάδειξη ενός ποιοτικού τρόπου ζωής ενισχύει την ελκυστικότητά της περιφέρειας (Λούρη- Δενδρινού, 2007:7).

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80 στα πλαίσια των προσπαθειών για οικονομική ανασυγκρότηση των Ευρωπαϊκών χωρών, ενθαρρύνονται πολιτικές που επικαλούνται την αποκέντρωση εξουσιών από την κεντρική κυβέρνηση προς την περιφερειακή διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση. Οι προσπάθειες αυτές συνδυάστηκαν αλλά και ενισχύθηκαν από την εμφάνιση τοπικών, κοινωνικών κινημάτων που προβάλλουν νέα πολιτιστικά αιτήματα (Bianchini, 1994:17) και που κατοχυρώνουν το δικαίωμα στην πολιτιστική έκφραση. Στις μέρες μας, ο πολιτισμός θεωρείται μάλιστα πυλώνας της αειφόρου ανάπτυξης μιας πόλης, μαζί με την οικονομική ευημερία, την κοινωνική ισότητα και την περιβαλλοντική ευαισθησία (Hawkes, 2001).

Ταυτόχρονα, η μαζική διάσταση της συμμετοχικότητας στην πολιτιστική ζωή (μέσα από συλλόγους, ενώσεις, εθνικές και διεθνείς δικτυώσεις κ.λ.π.) συνδυάζεται με την ανάδειξη της πολιτιστικής ενασχόλησης σε αξιόλογη παράμετρο έκφρασης, κοινωνικότητας και επικοινωνίας.

Από επιστημονική άποψη, προσεγγίζεται από πολλές οπτικές γωνίες με διαφορετικό κεντρικό στροφέα προσέγγισης (Φίλιας, 2000:11), καθώς τόσο η Ιστορία, η Εθνολογία, η Ανθρωπολογία, η Κοινωνιολογία, η Θεωρία της Τέχνης και της Λογοτεχνίας, οι Οικονομικές και Διοικητικές Επιστήμες μελετούν πτυχές του πολιτισμού.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο πολιτιστικός τομέας χάρη στην οικονομική, αναπτυξιακή, πολιτική, κοινωνική, επιστημονική και αδιαμφισβήτητα καλλιτεχνική σημασία του, συνιστά ένα αντικείμενο που προσελκύει την προσοχή διαφορετικών ομάδων ενδιαφερόντων, πιέσεων και συμφερόντων.

Η Έννοια του Πολιτισμού

Οι όροι πολιτισμός (civilisation) και κουλτούρα (culture), κάνουν την εμφάνισή τους στην Ευρώπη του 18ου αιώνα για να καθιερωθούν έναν αιώνα μετά. Η σύνδεσή τους με την κοινωνικοπολιτική ιστορία της Ευρώπης και του υπολοίπου κόσμου είναι έκδηλη και καταμαρτυράται από το πλήθος των ορισμών που τους αποδίδονται παγκοσμίως. Ενδεικτικό του πλήθους των ορισμών της κουλτούρας είναι το ερευνητικό έργο των εθνολόγων Kroeber και Kluckhohn οι οποίοι κατέγραψαν το 1952 164 διαφορετικoύς ορισμούς της κουλτούρας και τους κατέταξαν στις ακόλουθες έξι κατηγορίες: τους περιγραφικούς, τους ιστορικούς, τους κανονιστικούς, τους ψυχολογικούς, τους δομικούς και τους γενετικούς (Kroeber & Kluckhohn, 1952).

Η κουλτούρα (culture) που προέρχεται από το λατινικό colere (=φροντίζω, φρουρώ, καλλιεργώ, οργώνω) μέχρι το 1440 σημαίνει κατά κανόνα την καλλιέργεια της γης. Η μεταφορική έννοια της καλλιέργειας μέσω της παιδείας καταγράφεται για πρώτη φορά το 1510. Το 1805 προσλαμβάνει και τη σημασία της πνευματικής διάστασης του (υλικού) πολιτισμού, ενώ μετά το 1867 αρχίζει να σημαίνει τα συλλογικά ήθη και επιτεύγματα του ανθρώπου. Συνδέεται έτσι με την κοινωνική ανάπτυξη, τα νοήματα, τις αξίες και τους τρόπους ζωής και πρόσφατα με τις πρακτικές που παράγουν νόημα (Bocock, 1992). Επιγραμματικά θα μπορούσε να περιγραφεί ως ο λόγος για τον οποίο αξίζει να ζούμε (Eliot, 1948: 27).

Ο πολιτισμός (civilisation) που καταγράφεται ως έννοια το 1704, εξέφρασε την ανάγκη παγκοσμιοποίησης του διαφωτισμού και την πίστη σε μια ατέρμονη πρόοδο της ανθρωπότητας, με τις ανθρώπινες κοινωνίες να οφείλουν - η καθεμία με τον ρυθμό της- να γίνουν συμμέτοχες του ενιαίου πολιτισμού, ακολουθώντας το παράδειγμα των πλέον προοδευτικών ανάμεσά τους (Sanon, 1978). Τον 19ο αι., ο όρος πολιτισμός συνδέεται με την έννοια της προόδου, της τελειοποίησης και της αξιολόγησης (με την έννοια της κρίσης). Σήμερα, με τον όρο αυτό (civilisation) εννοούμε τις επιμέρους κουλτούρες (culture) (Lévi-Strauss, 1962). Έτσι ο πολιτισμός διατηρεί μια υπερεθνική έννοια, ενώ η κουλτούρα χρησιμοποιείται κυρίως σε (ενδο)κοινωνικό επίπεδο και μπορεί να αναφέρεται σε μία ομάδα ή μια κατηγορία. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πολιτισμός (civilisation) αντιπροσωπεύει την ενότητα και η κουλτούρα την διαφοροποίηση .

Σύμφωνα με τον Tylor, ο πολιτισμός αποτελεί ένα σύνθετο σύνολο που περιλαμβάνει τη γνώση, την πίστη, την τέχνη, το νόμο, τα ήθη και τα έθιμα και άλλες δεξιότητες που απέκτησε ο άνθρωπος ως μέλος μιας κοινωνικής ομάδας (Tylor, 1920). Διεχώρισε έτσι την έννοια του πολιτισμού από αυτήν της λεγόμενης «υψηλής κουλτούρας» διευκρινίζοντας παράλληλα ότι ο πολιτισμός δε σχετίζεται με τη βιολογική κληρονομικότητα αλλά διαμορφώνεται σταδιακά ως κάτι το επίκτητο (Φίλιας, 2000:24).

Στον αντίποδά του Tylor ο Boas υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός αποτελεί μια μοναδική ενότητα και ολότητα και αμφισβήτησε την άποψη περί μιας μονογραμμικής εξελικτικής πορείας του ανθρώπινου πολιτισμού (Φίλιας, 2000:27).

Μια εναλλακτική προσέγγιση προέρχεται από τους Γερμανούς θεωρητικούς Herder και Lambrecht, για τους οποίους η κουλτούρα αναφέρεται κυρίως στα πνευματικά δημιουργήματα, τη γλώσσα, τη θρησκεία και την ηθική που αποτελούν την κληρονομιά κάθε λαού και την ειδοποιό διαφορά του από άλλους . Στον αντίποδά της βρίσκεται η τεχνολογία του Διαφωτισμού. Σύμφωνα πάλι με τη λειτουργιστική προσέγγιση, που προτίμησε τη χρήση του όρου civilisation ή αναλόγων του και όχι του culture, κάθε λαός έχει τον πολιτισμό του ανεξαρτήτως φυλής .

Πέρα από τις όποιες ιδεολογικές συγκρούσεις και θεωρητικές διαφοροποιήσεις που έχουν καταγραφεί διαχρονικά, στις μέρες μας, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ο ρόλος του πολιτισμού έχει αποκτήσει ομολογουμένως πρωτόγνωρη σημασία. Η σύγχρονη θεώρησή του ως πόρου, τον καθιστά ικανό να λειτουργεί ως μέσο επίλυσης πολιτικών και κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της πόλης (Yudice, 2003). Σύμφωνα μάλιστα με την επικρατούσα αντίληψη, ο πολιτισμός θεωρείται ο τέταρτος πυλώνας της αειφορίας, δίπλα στην περιβαλλοντική υπευθυνότητα, την οικονομική ευημερία και την κοινωνική ισότητα

Στην ελληνική γλώσσα ο πολιτισμός έχει διττή χρήση. Σημαίνει αφενός το μέσο επίπεδο της αισθητικής και της τεχνολογίας του καθημερινού βίου μιας εποχής και μιας κοινωνίας (civilisation), αφετέρου την πνευματική καλλιέργεια, το ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γράμματα, τις τέχνες και την Ιστορία (Βενιζέλος, 1998:12). Εγκολπώνει δηλαδή τις έννοιες που παρουσιάστηκαν στις αμέσως προηγούμενες παραγράφους και γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ των δύο όρων.

Ο όρος πολιτισμός εισήχθη στην ελληνική διανόηση το 1829, από τον Αδαμάντιο Κοραή ο οποίος θέλησε να αποδώσει στα Ελληνικά τον όρο civilisation. Ο πολιτισμός που προϋπήρχε ως όρος στην αρχαία Ελλάδα και δήλωνε τη διαχείριση δημοσίων υποθέσεων, απέκτησε με τον Κοραή νέο νόημα. Η επιλογή μιας λέξης άμεσα συνδεόμενης με τη λέξη πολίτης (πολίτης + -ισμός), ήταν σκόπιμη, προκειμένου να αποδοθεί ακριβέστερα ο όρος civilisation, που ανάγεται στο λατινικό civilis «πολιτικός» από το civis «πολίτης» (Μπαμπινιώτης, 2000:Β06).

Ο πολιτισμός δεν ορίζεται ως έννοια στο Σύνταγμα της χώρας. Η μόνη έμμεση αναφορά γίνεται στην πρώτη παράγραφο του 16ου άρθρου: η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες . Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του κράτους. Επίσης, με το 15ο άρθρο κατοχυρώνεται η αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση προϊόντων λόγου και τέχνης και η εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας . Τέλος, στην πρώτη παράγραφο του 24ου άρθρου ορίζεται η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ως υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός, ενώ η έκτη παράγραφος του ίδιου άρθρου κατοχυρώνει την προστασία των μνημείων, των παραδοσιακών περιοχών και στοιχείων .

Ο ελληνικός πολιτισμός δεν εξαντλείταιι σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους ή ορισμένες πτυχές αλλά θεμελιώνεται σε δύο βασικούς άξονες, αυτούς της διαχρονίας και της συνέργειας (Βενιζέλος, 1999:18), αποκτώντας ένα εκτεταμένο χρονολογικό και θεματολογικό εύρος. Την τελευταία δεκαετία, ο πολιτισμός όπως εννοείται στα επίσημα κρατικά έγγραφα, υπογραμμίζει την πολιτιστική κληρονομιά και τις εκδηλώσεις της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας από την προϊστορία μέχρι σήμερα, καθώς επίσης τις αξίες και τα πρότυπα συμπεριφοράς που συνάδουν με την προώθηση της δημιουργίας και την ελεύθερη πρόσβαση στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική παραγωγή (Dallas, 2007:11). Υποστηρίζεται μάλιστα ότι στην περίπτωση της χώρας μας, λόγω της οργάνωσης της παραγωγής της αλλά και χάρη στη μακρόχρονη ιστορία της, ο πολιτισμός δεν αποτελεί μόνο στοιχείο της εθνικής ταυτότητας και της ιδιοσυγκρασίας μας –όπως συμβαίνει για κάθε χώρα – αλλά το σοβαρότερό ίσως διεθνές συγκριτικό της πλεονέκτημα (Βενιζέλος, 1999:231).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου