Είναι γεγονός ότι οι γενιές, τα διακριτά υποσύνολα δηλαδή του πληθυσμού με κοινή καταγωγή και ηλικία αλλά και ακμή και δράση που συμπίπτουν χρονικά, διαφέρουν μεταξύ τους. Ενίοτε, μάλιστα, οι διαφορές τους είναι τόσο έντονες ώστε ανάμεσά τους να αναπτύσσονται αγεφύρωτα χάσματα στην επικοινωνία, που αποδίδονται με τον όρο χάσμα γενεών.
Ένα τέτοιο χάσμα υφίσταται μεταξύ της γενιάς μας, που ορισμένοι την σήμερα χαρακτηρίζουν «γενιά των 500 ευρώ» (συν – πλην, με το πλην επικρατέστερο) ή και χαμένη, ενώ μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα τη θεωρούσαν «γενιά του καναπέ», σε σχέση πάντα με προγενέστερες γενιές, όπως η γενιά του Πολυτεχνείου.
Ένα τέτοιο χάσμα υφίσταται μεταξύ της γενιάς μας, που ορισμένοι την σήμερα χαρακτηρίζουν «γενιά των 500 ευρώ» (συν – πλην, με το πλην επικρατέστερο) ή και χαμένη, ενώ μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα τη θεωρούσαν «γενιά του καναπέ», σε σχέση πάντα με προγενέστερες γενιές, όπως η γενιά του Πολυτεχνείου.
Ειδοποιό διαφορά μεταξύ της δικής μας γενιάς και της γενιάς του Πολυτεχνείου συνιστά το γεγονός ότι εμείς γαλουχηθήκαμε ως καριερίστες μα σύντομα εγκαταλείψαμε την «ουτοπία της καριέρας» για την επανάσταση που ξεκινά πρωτίστως ως υπόθεση προσωπική, ενώ εκείνοι που ανδρώθηκαν ως επαναστάτες σύντομα απομακρύνθηκαν ψυχικά από την «ουτοπία της λαϊκής επανάστασης» για να διεκδικήσουν καριέρα και ατομική πρόοδο.



